Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ήδη τον απολογισμό του εξωτερικού εμπορίου για το έτος 2025 και τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αγροδιατροφικές εξαγωγές της ΕΕ έφτασαν σε νέο ρεκόρ, αγγίζοντας τα 238,4 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 1% σε σχέση με το προηγούμενο ρεκόρ του 2024 (235,62 δισ. ευρώ). Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν τη θέση της ΕΕ ως του μεγαλύτερου εξαγωγέα αγροδιατροφικών προϊόντων, όντας ο μόνος από τους πέντε κορυφαίους παγκόσμιους εξαγωγείς που αύξησε την αξία των εξαγωγών του.
Εστιάζοντας στο ελαιόλαδο και τις ελιές, ο απολογισμός δείχνει ότι οι κοινοτικές πωλήσεις μειώθηκαν κατά 16,5% σε αξία, φτάνοντας τα 6,017 δισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών παραγωγού.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, κύριος προορισμός
Για ακόμη μία χρονιά, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τη θέση του ως ο βασικός προορισμός των ευρωπαϊκών αγροδιατροφικών εξαγωγών, με αύξηση 3%, φτάνοντας τα 55,587 δισ. ευρώ. Ακολούθησε η Ελβετία (+7%, 13,18 δισ.), η Τουρκία (+16%, 6,016 δισ.) και η Ουκρανία (+18%, 4,264 δισ. ευρώ).
Αντίθετα, οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα μειώθηκαν κατά 6% και 5% αντίστοιχα, φτάνοντας τα 28,6 δισ. και 12,61 δισ. ευρώ.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι χώρες της ΕΕ συνέχισαν να εξάγουν ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων, με επικεφαλής τα παρασκευάσματα δημητριακών, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το κρασί. Η αύξηση των τιμών ενίσχυσε την αξία των εξαγωγών κακάο, καφέ, σοκολάτας και γαλακτοκομικών.
Μείωση και στις εισαγωγές ελαιολάδου και ελιών
Η μελέτη αναφέρει ότι οι εισαγωγές ελαιολάδου και ελιών στην ΕΕ ανήλθαν σε 1,074 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση περίπου 39% σε σύγκριση με τα 1,752 δισ. ευρώ του 2024.
Ωστόσο, συνολικά οι αγροδιατροφικές εισαγωγές της ΕΕ έφτασαν επίσης σε νέο ρεκόρ, στα 188,6 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 9% σε σχέση με το 2024. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων όπως το κακάο και ο καφές, και σε μικρότερο βαθμό των φρούτων και των ξηρών καρπών.
Βραζιλία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ, βασικοί προμηθευτές
Η ΕΕ συνέχισε να εισάγει αγροδιατροφικά προϊόντα από διάφορους εμπορικούς εταίρους, με τη Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποτελούν τους βασικούς προμηθευτές, αυξάνοντας τις εξαγωγές τους κατά 6% (18,592 δισ. ευρώ), 4% (16,004 δισ.) και 10% (13,204 δισ.) αντίστοιχα.
Οι εισαγωγές από την Ακτή Ελεφαντοστού και τη Γκάνα αυξήθηκαν επίσης κατά 31% και 69%, φτάνοντας τα 8,868 δισ. και 2,91 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Έτσι, η υποσαχάρια Αφρική αναδείχθηκε σε μία από τις βασικές περιοχές προέλευσης εισαγωγών της ΕΕ.
Αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στις εισαγωγές από τον Καναδά (+71%, 4,352 δισ. ευρώ), το Βιετνάμ (+39%, 5,334 δισ.) και τις ΗΠΑ (+10%, 13,204 δισ.), ενώ σημαντική μείωση σημειώθηκε στις εισαγωγές από την Ουκρανία (-19%, 10,625 δισ. ευρώ).
Συνολικά, η μεγαλύτερη αύξηση της αξίας των εισαγωγών οδήγησε σε μείωση του αγροδιατροφικού εμπορικού πλεονάσματος της ΕΕ στα 49,9 δισ. ευρώ, δηλαδή 13,3 δισ. λιγότερα σε σχέση με το 2024. Παρ’ όλα αυτά, το πλεόνασμα της ΕΕ παραμένει τετραπλάσιο σε σύγκριση με το 2002 και η Ένωση εξακολουθεί να είναι καθαρός εξαγωγέας στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων.

Πηγή; Olimerca