ΕΕ-Mercosur: «Ασπίδα» για 29 ελληνικά ΠΟΠ-ΠΓΕ, «καμπανάκι» ανταγωνισμού από την κατάργηση δασμών

18 Μαρτίου, 2026

ποπ-πγε

Η υπογραφή της ενδιάμεσης συμφωνίας EU-Mercosur στις 17 Ιανουαρίου 2026 σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το παγκόσμιο εμπόριο, δημιουργώντας μια γιγαντιαία αγορά 700 εκατομμυρίων καταναλωτών. Με εμπορικές συναλλαγές κοντά στα 11 δισ. ευρώ, η ΕΕ εδραιώνεται ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της Mercosur μετά την Κίνα. Για την Ελλάδα, η Βραζιλία παραμένει ο κυρίαρχος σύμμαχος καλύπτοντας το 60% των συναλλαγών, ακολουθούμενη από Αργεντινή (36%), Ουρουγουάη, Παραγουάη. Ο Σταύρος Ζωγραφάκης, καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας και Διεθνούς Εμπορίου του ΓΠΑ, αναλύοντας τις προοπτικές του κλάδου, υπογράμμισε ότι η συμφωνία «θα έχει άμεση επίδραση στο πιάτο του Έλληνα καταναλωτή», μιλώντας σε εκδήλωση στη Food Expo 2026.

Η «θωράκιση» των ελληνικών εξαγωγών

Για την Ελλάδα, η σταδιακή κατάργηση ή μείωση των δασμών σε πάνω από το 90% του εμπορίου αποτελεί «πράσινο φως» για προϊόντα που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν δασμούς άνω του 50%. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η προστασία 344 ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων (ΠΟΠ, ΠΓΕ), στις οποίες περιλαμβάνονται 29 ελληνικά προϊόντα, όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, τα κρασιά και τα ελληνικά αποστάγματα. Η μείωση του κόστους εισόδου στις αγορές Λατινικής Αμερικής δημιουργεί νέα δυναμική για τις ελληνικές επιχειρήσεις, που ήδη εξάγουν καρπούς και νωπά φρούτα αξίας 29 εκατ. ευρώ. Στις εισαγωγές, η Ελλάδα βασίζεται στη Mercosur για καφέ (169 εκατ. ευρώ), σόγια (57 εκατ. ευρώ) και καπνά.

Η πρόκληση των οικονομιών κλίμακας και το κόστος παραγωγής

Η συμφωνία συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Οι χώρες της Mercosur διαθέτουν συγκριτικά πλεονέκτημα κόστους λόγω χαμηλότερης ενέργειας, φθηνών εργατικών και πρόσβασης σε οικονομικές ζωοτροφές. Όπως επεσήμανε ο κ. Ζωγραφάκης, ο ελληνικός αγροδιατροφικός τομέας, που στηρίζεται στον μικρό κλήρο, θα βρεθεί αντιμέτωπος με «μεγάλους παίκτες» που λειτουργούν σε οικονομίες κλίμακας. Ενώ για ευαίσθητα προϊόντα όπως το κρέας και η ζάχαρη θα ισχύουν ποσοστώσεις (TRQs), η ελεύθερη πρόσβαση σε φθηνότερη σόγια και καλαμπόκι ενδέχεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό τιμών εντός της ευρωπαϊκής αγοράς. Η πρόκληση για τις ελληνικές επιχειρήσεις έγκειται στην ανάδειξη της ποιότητας έναντι του όγκου, διασφαλίζοντας ότι όλα τα εισαγόμενα προϊόντα θα τηρούν αυστηρά τα ευρωπαϊκά πρότυπα παραγωγής.

Πηγή: Food Reporter

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ