Ο ευρωπαϊκός ελαιώνας: περισσότερη παραγωγή και ένα μέλλον που καθορίζεται από το νερό

Η Επιτροπή δημοσιεύει την Έκθεσή της για τις Αγροτικές Προοπτικές 2025-2035

22 Δεκεμβρίου, 2025

olive-tree-6583469_1280

Το μέλλον του τομέα του ελαιολάδου στην ΕΕ θα σηματοδοτηθεί από μια μεταμόρφωση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην Πορτογαλία και την Ισπανία: τα επόμενα χρόνια, οι παραδοσιακοί ξηρικοί ελαιώνες θα τείνουν να αντικατασταθούν από υπερεντατικές εκμεταλλεύσεις με αποδοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων. Αυτή η εξέλιξη είναι καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση της κερδοφορίας του κλάδου, όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μόλις δημοσιοποίησε την Έκθεσή της για τις Αγροτικές Προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2025-2035. Πρόκειται για ένα έγγραφο που αποτυπώνει τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη του τομέα υπό τις ισχύουσες πολιτικές, ενσωματώνοντας για πρώτη φορά οικονομικούς και περιβαλλοντικούς δείκτες ανά τύπο εκμετάλλευσης και υπογραμμίζοντας την αβεβαιότητα ως βασικό παράγοντα του ευρωπαϊκού αγροτικού μέλλοντος.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στο έγγραφό της ότι, έως το 2035, η παραγωγή στην Ισπανία θα μπορούσε να αυξηθεί έως τα 1,8 εκατομμύρια τόνους ετησίως και στην Πορτογαλία έως σχεδόν 0,2 εκατομμύρια τόνους. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η προβλεπόμενη μείωση της καλλιεργούμενης έκτασης και των αποδόσεων θα μπορούσε να οδηγήσει την παραγωγή κάτω από τους 0,18 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Παρόμοια, η ιταλική παραγωγή θα μπορούσε να μειώνεται κατά περίπου 3% ετησίως, λόγω της συρρίκνωσης των εκτάσεων και της πτώσης των αποδόσεων.

Η μετάβαση προς υπερεντατικές εκμεταλλεύσεις, ο αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής και η πίεση των τιμών επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο του ελαιολάδου και της επιτραπέζιας ελιάς στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως το 2035.

Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση του κλάδου περιλαμβάνουν την κλιματική αλλαγή, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τη λειψυδρία και τις φυτοϋγειονομικές προσβολές. Η Xylella fastidiosa εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή σε περιοχές όπως η Απουλία, για παράδειγμα.

Η κατανάλωση ελαιολάδου σε πτωτική πορεία

Η ανάλυση διαπιστώνει ότι, παρότι το ελαιόλαδο εξακολουθεί να επωφελείται από τη φήμη του ως υγιεινό λιπαρό, οι υψηλές τιμές των τελευταίων ετών έχουν ανακόψει την κατανάλωσή του, ιδίως στις μη μεσογειακές χώρες, όπου πολλοί καταναλωτές έχουν στραφεί σε πιο προσιτά υποκατάστατα, όπως το ηλιέλαιο.

Παράλληλα, προβλέπεται μείωση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης στην Ισπανία, η οποία θα μπορούσε να υποχωρεί κατά 0,6% ετησίως έως το 2035, αντανακλώντας αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών και τη μείωση του πληθυσμού. Στην Ιταλία, την Ελλάδα και τη Γαλλία, επίσης αναμένεται μείωση, με ετήσιους ρυθμούς που κυμαίνονται μεταξύ 0,5% και 1,3%.

Αντίθετα, στην Πορτογαλία εκτιμάται αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, λόγω της αύξησης της παραγωγής, η οποία θα μπορούσε να μειώσει την τιμή του ελαιολάδου. Στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, η συνολική κατά κεφαλήν κατανάλωση θα αυξηθεί καθώς οι καταναλωτές επιλέγουν πιο υγιεινά λιπαρά για λόγους υγείας, φτάνοντας ενδεχομένως τα 1,2 κιλά ανά άτομο το 2035, αν και ξεκινώντας από χαμηλά επίπεδα.

Αύξηση των εξαγωγών ελαιολάδου

Κατά την επόμενη δεκαετία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι οι καθαρές εξαγωγές ελαιολάδου θα αυξηθούν κατά 5,1% στην Ισπανία και κατά 0,9% στην Πορτογαλία. Στην περίπτωση της Ισπανίας, αυτή η τάση οφείλεται τόσο στη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης όσο και στην αύξηση της παραγωγής.

Αντίθετα, άλλες χώρες της ΕΕ θα καταγράψουν αύξηση των καθαρών εισαγωγών, η οποία εκτιμάται σε 4,1% ετησίως έως το 2035, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση. Στην Ιταλία, οι καθαρές εισαγωγές θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 0,4% ετησίως, λόγω της χαμηλότερης κατά κεφαλήν κατανάλωσης και της πτώσης της παραγωγής.

Συνολικά, η ΕΕ θα συνεχίσει να είναι καθαρός εξαγωγέας, με αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 6,1% έως το 2035. Στο μέλλον, η διαφοροποίηση του προϊόντος και οι αποτελεσματικές στρατηγικές μάρκετινγκ θα είναι καθοριστικής σημασίας ώστε ο ευρωπαϊκός κλάδος να διατηρήσει την ηγετική του θέση στην παγκόσμια αγορά.

Κλιματική αλλαγή και λειψυδρία, εχθροί της επιτραπέζιας ελιάς

Ο ευρωπαϊκός οργανισμός επισημαίνει ότι η παραγωγή ελιάς στην ΕΕ, τόσο για επιτραπέζια χρήση όσο και για ελαιόλαδο, συνεχίζει να αντιμετωπίζει δυσμενή κλιματικά πρότυπα και έλλειψη υδατικών πόρων. Μάλιστα, αναφέρει ότι οι Ισπανοί παραγωγοί επιτραπέζιας ελιάς χάνουν ανταγωνιστικότητα και μερίδιο στη διεθνή αγορά.

Κατά συνέπεια, στην έκθεσή της τονίζει ότι τα επόμενα χρόνια οι μη βιώσιμοι ξηρικοί ελαιώνες ενδέχεται να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητα. Ως αποτέλεσμα, αναμένεται η παραγωγή να μειώνεται κατά 0,2% ετησίως έως το 2035, κυρίως λόγω της μείωσης της καλλιεργούμενης έκτασης κατά 0,7% ετησίως, η οποία θα αντισταθμιστεί εν μέρει από την αύξηση των αποδόσεων χάρη στην άρδευση. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την ισπανική παραγωγή κατά 0,6% ετησίως, σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις.

Συγκεκριμένα, η παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλλία θα μειωθεί επίσης, με ετήσιους ρυθμούς μεταξύ 0,1% και 0,9%. Η Πορτογαλία αποτελεί την εξαίρεση, καθώς η αποδοτική διαχείριση του νερού έχει επιτρέψει αυξήσεις στις αποδόσεις που προβλέπεται να διατηρηθούν κατά την επόμενη δεκαετία.

Η κατανάλωση και οι εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς θα συνεχίσουν να αυξάνονται

Όσον αφορά την κατά κεφαλήν κατανάλωση επιτραπέζιας ελιάς στην ΕΕ, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι παρέμεινε σταθερή γύρω στα 1,8 κιλά την τελευταία δεκαετία, ωστόσο η παρούσα Έκθεση Αγροτικών Προοπτικών της ΕΕ προβλέπει ότι θα φτάσει τα 2 κιλά ανά άτομο το 2035.

Ανά χώρα, το έγγραφο υπογραμμίζει ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση θα μειωθεί στην Ισπανία, όπου η πτωτική τάση θα συνεχιστεί λόγω της αύξησης των τιμών και της δημογραφικής μείωσης. Αντίθετα, αναμένεται αύξηση στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, με την τελευταία να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη άνοδο, αν και η κατανάλωση θα παραμείνει μέτρια (0,6 κιλά ανά άτομο).

Στη Γαλλία, από την άλλη πλευρά, η κατανάλωση θα τείνει να σταθεροποιηθεί μετά από ετήσιες αυξήσεις 3,2% την περίοδο 2015-2025, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ θα συνεχίσει να αυξάνεται, φτάνοντας τα 1,1 κιλά ανά άτομο το 2035.

Στο σκέλος των εξαγωγών, αναμένεται ότι οι κύριοι ευρωπαϊκοί παραγωγοί επιτραπέζιας ελιάς θα διατηρήσουν τη σημερινή καθαρή εμπορική τους θέση. Έτσι, οι καθαρές εξαγωγές της Ισπανίας και της Πορτογαλίας θα αυξηθούν, με ετήσιους ρυθμούς μεταξύ 0,2% και 0,7% έως το 2035. Στην Ισπανία, αυτή η εξέλιξη εξηγείται από τη μείωση της κατανάλωσης, η οποία υπερκαλύπτει την πτώση της παραγωγής.

Αντίθετα, οι καθαρές εισαγωγές της Ιταλίας θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 24% μεταξύ 2025 και 2035. Παρόμοιες εξελίξεις προβλέπονται και σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπου η αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ετήσια αύξηση των καθαρών εισαγωγών κατά 2,2%.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισημαίνει ότι ο ευρωπαϊκός τομέας της επιτραπέζιας ελιάς ενδέχεται να αντιμετωπίσει αυξανόμενο ανταγωνισμό από μεγάλους παραγωγούς όπως η Τουρκία, το Μαρόκο, η Τυνησία και η Αίγυπτος.

Πηγή: Olimerca

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ