Ελαιόλαδο: η παγίδα των τεστ — η επιστήμη απορρίπτει ακόμη και το καθαρό εξαιρετικό παρθένο

Τα εργαστήρια αναζητούν υδρογονάνθρακες — MOSH και MOAH — στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, όμως οι σημερινές μέθοδοι κινδυνεύουν να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα, μπερδεύοντας φυσικά συστατικά της ελιάς με ορυκτά κατάλοιπα.

26 Μαΐου, 2026

95bf5d2b-2d4a-450c-982e-0f321169bcab

Ανάμεσα στην αυστηρότητα των αναλύσεων και την πολυπλοκότητα των κανονισμών, η προστασία του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου κρίνεται ολοένα και περισσότερο στα εργαστήρια, όπου η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό και το βιομηχανικό έχει γίνει μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή.

Τα τελευταία χρόνια, τα MOSH και MOAH έχουν εξελιχθεί στο πρόβλημα που πλανάται πάνω από κάθε εμπορική διαπραγμάτευση: μια σιωπηλή αλλά καθοριστική παρουσία, ικανή να επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής ακόμη κι όταν δεν αναφέρεται ανοιχτά. Δεν πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά για έναν κόμβο όπου διασταυρώνονται η επιστήμη, η φήμη των προϊόντων και οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί.

Το ζήτημα αναδείχθηκε με την αύξηση της ευαισθησίας των εργαστηρίων, τα οποία σήμερα μπορούν να ανιχνεύσουν απειροελάχιστα ίχνη ουσιών στα τρόφιμα, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη συζητά όλο και αυστηρότερα όρια για την προστασία της δημόσιας υγείας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τομέας του εξαιρετικού παρθένου και παρθένου ελαιολάδου βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια ιδιαιτερότητα: την έλλειψη μιας πλήρως εναρμονισμένης επίσημης μεθόδου, παρά την εισαγωγή του προτύπου EN ISO 20122:2024, το οποίο αποτελεί ένα βήμα προόδου αλλά όχι ακόμη οριστική λύση.

Η ουσία του προβλήματος είναι επιστημονική: οι MOSH (κορεσμένοι υδρογονάνθρακες) και οι MOAH (αρωματικοί υδρογονάνθρακες) δεν προέρχονται από την ελιά, αλλά μπορούν να εισέλθουν μέσω λιπαντικών, καυσαερίων ή υλικών συσκευασίας, με τη συγκομιδή να θεωρείται από τη διεθνή βιβλιογραφία το πιο κρίσιμο στάδιο για την τυχαία είσοδο αυτών των ουσιών.

Η βέβαιη ανίχνευσή τους, όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η μέθοδος LC–GC/FID, που σήμερα χρησιμοποιείται περισσότερο, έχει έναν βασικό περιορισμό: «βλέπει» το σήμα ενός μορίου αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει τι ακριβώς είναι. Δεν ξεχωρίζει ένα φυσικό τριτερπένιο της ελιάς από έναν βιομηχανικό ορυκτό υδρογονάνθρακα. Για το χημικό αποτέλεσμα, όλα εμφανίζονται ως κορυφές χωρίς ταυτότητα.

Κατά τη διαδικασία έκθλιψης, η ελιά απελευθερώνει φυσικά ουσίες όπως τριτερπένια και στερόλες, οι οποίες, παρότι πολύτιμες και αβλαβείς, μπορεί να εκληφθούν λανθασμένα ως ρυπαντές, δημιουργώντας τα λεγόμενα «ψευδώς θετικά» αποτελέσματα. Έτσι, ο ανιχνευτής μπερδεύει ένα φυσικό στοιχείο της ελιάς με ένα ορυκτό κατάλοιπο.

Παρότι η επιστήμη διαθέτει πλέον πιο επιλεκτικά εργαλεία, όπως η φασματομετρία μάζας (GC-MS) ή η δισδιάστατη αέρια χρωματογραφία, αυτά δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί ως επίσημα πρότυπα, δημιουργώντας ένα χάσμα ανάμεσα σε όσα μπορεί να αποδείξει η επιστήμη και σε όσα μπορεί να τιμωρήσει η νομοθεσία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, κανένας παραγωγός δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής: η τυχαία επιμόλυνση επηρεάζει τόσο το βιολογικό όσο και το συμβατικό ελαιόλαδο, τόσο τα προϊόντα υψηλής ποιότητας όσο και τα μαζικής παραγωγής. Η προστασία σήμερα βασίζεται μόνο σε εξαιρετικά προσεκτική συντήρηση και στη συστηματική εφαρμογή ορθών γεωργικών και παραγωγικών πρακτικών, όπως η αντικατάσταση των τεχνικών λιπαντικών με food-grade προϊόντα, δηλαδή σκευάσματα ασφαλή ακόμη και σε περίπτωση τυχαίας επαφής με τρόφιμα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η συμμόρφωση με τα νομικά όρια αποτελεί απλώς το σημείο εκκίνησης και όχι τον τελικό στόχο. Η αναλυτική αβεβαιότητα προστίθεται σε ένα ολοένα πιο αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο.

Οι γνωμοδοτήσεις της EFSA σχετικά με τη δυνητική γονοτοξικότητα των MOAH έχουν ωθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση προς την αρχή της προφύλαξης, ενώ οι μεγάλες διεθνείς αλυσίδες λιανικής, επηρεασμένες από τις ανησυχίες των καταναλωτών της Βόρειας Ευρώπης, επιβάλλουν συχνά ιδιωτικά πρότυπα πολύ αυστηρότερα από την ίδια τη νομοθεσία. Έτσι, ακόμη και ένα απολύτως «συμμορφωμένο» ελαιόλαδο μπορεί να απορριφθεί εμπορικά για λίγα αμφισβητούμενα χιλιοστόγραμμα, με κίνδυνο να μετατραπεί σε αρνητική είδηση.

Η πρόκληση του μέλλοντος είναι διπλή: από τη μία, μια επιστημονική έρευνα ικανή να διαχωρίζει τη φυσική σύσταση του ελαιολάδου από τη βιομηχανική επιμόλυνση· από την άλλη, μια αγροτική πολιτική που θα καθορίζει ρεαλιστικά όρια. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να εντοπιστούν οι ρυπαντές, αλλά να αναγνωριστεί τι δεν είναι ρύπανση.

Πηγή: Olivonews.it

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ