Η πιο πρόσφατη βραχυπρόθεσμη έκθεση προοπτικών δείχνει ότι οι εξαγωγές ελαιολάδου αυξήθηκαν κατά 25% λόγω αυξημένης παραγωγής και χαμηλότερων τιμών στη χώρα προέλευσης.
Οι ευρωπαϊκές εξαγωγές ελαιολάδου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Κίνα και την Αυστραλία αυξήθηκαν κατά 25% κατά την καλλιεργητική περίοδο 2024/25.
Σύμφωνα με την τελευταία βραχυπρόθεσμη έκθεση που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτή η τάση αποδίδεται τόσο στην αυξημένη παραγωγή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στις χαμηλότερες τιμές.
Ωστόσο, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης προειδοποίησε ότι η καλλιεργητική περίοδος 2025/26 ενδέχεται να καταλήξει με μικρότερη συγκομιδή από την αναμενόμενη.
«Οι αρχικά ευνοϊκές προοπτικές για την παραγωγή ελαιολάδου στην Ε.Ε. το 2025/26, η οποία ξεκινά τον Οκτώβριο, ενδέχεται να επηρεαστούν αρνητικά λόγω των πρόσφατων υψηλών θερμοκρασιών που παρατηρήθηκαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία», αναφέρεται στην έκθεση.
Για την καλλιεργητική περίοδο 2024/25, εκτιμάται ότι οι χώρες της Ε.Ε. θα παράγουν 2,1 εκατομμύρια τόνους ελαιολάδου, σημειώνοντας αύξηση 37% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και 15% πάνω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Από τις βασικές παραγωγικές χώρες, μόνο η Ιταλία θα ολοκληρώσει την περίοδο με παραγωγή μειωμένη κατά 25% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Η Ισπανία, ο μεγαλύτερος παραγωγός του μπλοκ, αναμένεται να φτάσει τους 1,4 εκατομμύρια τόνους, αύξηση 66% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.
Η παραγωγή αναμένεται επίσης να αυξηθεί στην Ελλάδα κατά 43% (250.000 τόνοι) και στην Πορτογαλία κατά 10% (177.000 τόνοι).
Η εκρηκτική αύξηση της παραγωγής έχει επηρεάσει σημαντικά τις τιμές. Από τον Ιανουάριο του 2024, οι τιμές του έξτρα παρθένου ελαιολάδου στην Ισπανία έχουν μειωθεί στο μισό, πέφτοντας από τα 9,03 € ανά λίτρο στα 3,50 €, κάτω από τον πενταετή μέσο όρο.
Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα στην Ιταλία διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Η Κομισιόν σημείωσε επίσης ότι η άνοδος των εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την τρέχουσα περίοδο φαίνεται να αποτελεί αντίδραση στην απρόβλεπτη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ.
Οι εισαγωγές ελαιολάδου της Ε.Ε. αναμένεται επίσης να αυξηθούν κατά 15%, φτάνοντας περίπου τους 240.000 τόνους.
Η έκθεση αναφέρει ότι η αυξημένη διαθεσιμότητα έχει περιορίσει τη ζήτηση για ξένο ελαιόλαδο σε βασικές παραγωγικές χώρες, όπως η Ισπανία.
Ωστόσο, οι εισαγωγές από την Τυνησία –τον κορυφαίο εμπορικό εταίρο της Ευρώπης– αναμένεται να αυξηθούν, κυρίως λόγω της μείωσης των όγκων παραγωγής στην Ιταλία.
Οι εξαγωγές της Τυνησίας ενδέχεται να φτάσουν τους 110.000 τόνους έως το τέλος της καλλιεργητικής περιόδου, με πάνω από 58.000 τόνους να προορίζονται για την Ιταλία και περίπου 44.000 τόνους για την Ισπανία.
Η έκθεση σημειώνει επίσης ότι η κατανάλωση ελαιολάδου στην Ε.Ε. αναμένεται να ανακάμψει στους 1,4 εκατομμύρια τόνους το 2024/25, ευθυγραμμιζόμενη με τον πενταετή μέσο όρο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αύξηση της κατανάλωσης αναμένεται κυρίως στις παραγωγικές χώρες, όπου οι εξαιρετικά υψηλές τιμές το 2022 και 2023 είχαν οδηγήσει σε μείωση των οικιακών αγορών και έντονη συζήτηση.
Στο τέλος του 2023, η Επιτροπή είχε προβλέψει στάσιμες ή καθοδικές τάσεις στην παραγωγή και κατανάλωση εντός της Ε.Ε. για την επόμενη δεκαετία.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα τελικά αποθέματα για την καλλιεργητική περίοδο 2024/25 αναμένεται να ξεπεράσουν τους 450.000 τόνους, έναντι περίπου 350.000 τόνων το προηγούμενο έτος και κάτω από 300.000 τόνους το 2023/24.
Στην Ιταλία, τα τελικά αποθέματα θα φτάσουν τους 80.000 τόνους, δηλαδή 7.100 τόνους κάτω από τον μέσο όρο της δεκαετίας. Τα τελικά αποθέματα της Ισπανίας θα ανέλθουν στους 271.000 τόνους, πολύ πάνω από τους 186.000 της προηγούμενης περιόδου, αλλά ακόμα κάτω από τον δεκαετή μέσο όρο των 371.700 τόνων.
Πηγή: Oliveoiltimes