Η "χρυσή" ευκαιρία του Ελληνικού Ελαιολάδου

Μετά από μια χρονιά «σοκ» για την εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου, η φετινή εσοδεία φαίνεται να επιβεβαιώνει ακόμα και τους πλέον αισιόδοξους επαγγελματίες του κλάδου, αφού σύμφωνα με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, φτάνει τους 300.000 τόνους, σε αντίθεση με τους 135.000 τόνους της περιόδου 2013-2014.

Εξαιτίας δε της μειωμένης παραγωγής στην Ισπανία κατά 50%, που αποτελεί βαρόμετρο για την πορεία των διεθνών τιμών, αλλά και την μειωμένη παραγωγή της Ιταλίας κατά 35%, το ελληνικό ελαιόλαδο έχει την ευκαιρία να επανακαθορίσει και να εδραιώσει τη διεθνή του παρουσία.

Όπως επισημαίνει για παράδειγμα ο Γερμανοελληνικός Επιχειρηματικός Σύνδεσμος (DHW), το 2015 οι Έλληνες παραγωγοί ελαιόλαδου έχουν μια χρυσή ευκαιρία να δοκιμάσουν την τύχη τους στην αγορά τροφίμων της Γερμανίας. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και με τις άλλες αγορές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, αλλά και τις πιο μακρινές όπως οι Η.Π.Α και η Κίνα.

Σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Οικονόμου, γενικό διευθυντή του ΣΕΒΙΤΕΛ, οι εξαγωγές επώνυμου ελαιολάδου κινούνται πλέον στο επίπεδο των 30.000 τόνων, ενώ λίγα χρόνια πριν δεν ξεπερνούσαν τους 15.000 με 20.000 τόνους. Σίγουρα η αύξηση των εξαγωγών αποτελεί μεγάλη επιτυχία. Εξαιρετικά ενθαρρυντικό είναι και το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι παραγωγοί τυποποιούν το προϊόν, προσπαθούν να το βελτιώσουν οργανοληπτικά, και μέσα απ' το κατάλληλο branding και packaging, να επιτύχουν όσο το δυνατό υψηλότερη προστιθέμενη αξία και αναγνωρισιμότητα.

Tα τελευταία χρόνια διαβάζουμε όλο και πιο συχνά για εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα σε συσκευασίες κολόνιας, που «κατέκτησαν τις αγορές του εξωτερικού», τοποθετήθηκαν στα ράφια των Harrods ή σε γνωστές αλυσίδες delicatessen. Τα success stories αυτά, βέβαια, ποτέ σχεδόν δεν συνοδεύονται από οικονομικά στοιχεία. Και κάπως έτσι, όλη η κουβέντα περιστρέφεται γύρω απ τις εξαγωγες. Είναι αλήθεια η στόχευση στις διεθνείς αγορές τόσο επικερδής για το ελληνικό ελαιόλαδο;

Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε πρόσφατα η εταιρία DK Consultants, ο μέσος όρος ζωής των ετικετών ελαιολάδου με στόχευση στις αγορές του εξωτερικού, είναι μόλις 14 μήνες. Η μελέτη συνολικά κατέγραψε 2643 ετικέτες, μικρών, μεσαίων και μεγάλων παραγωγών.  Σημαντικός δηλαδή κατακερματισμός, ενώ νέες ετικέτες εισέρχονται συνεχώς στη διεθνή αγορά. Πολλές απ’ αυτές δε, σχεδιάστηκαν αποκλείστηκα για συγκεκριμένες αγορές, ενίοτε μακρινές και ιδιόρρυθμες, όπως αυτή της Βραζιλίας. Εντυπωσιακές συνήθως συσκευασίες, που συνήθως δεν καταφέρνουν να διαφοροποιηθούν και να ανταγωνιστούν τους σαφώς πιο ισχυρούς Ισπανούς και Ιταλούς ανταγωνιστές. Και προφανώς  αυτή έλλειψη σταθερής παρουσίας στη διεθνή αγορά, συνεπάγεται οικονομικές ζημιές για τις ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου.

Συνεπώς, έχουν αρχίσει να πληθαίνουν οι φωνές για  συντονισμένη εθνική στρατηγική, που θα θέσει στέρεες και πιο υγιείς βάσεις για την παρουσία του ελληνικού ελαιολάδου στο εξωτερικό. Από την όλη συζήτηση, φαίνεται όμως να απουσιάζει εντελώς η συνέργεια με τον τουρισμό. Προτού λοιπόν το ελληνικό ελαιόλαδο μπει στις διατροφικές συνήθειες των Ασιατών, έχουμε βεβαιωθεί ότι τα πάνω από 20 εκατομμύρια ξένων επισκεπτών ετησίως έχουν πάρει μυρωδιά απ’ αυτό; Έχουν οι έλληνες παραγωγοί και οι εταιρίες καταφέρει να πουν τη δική τους ιστορία, έστω και σ’ ένα μέρος αυτών των δυνητικών καταναλωτών; Γιατί το ‘’story telling’’, που πολλοί υποστηρίζουν ορθά, ότι δηλαδή απουσιάζει από τις περισσότερες ετικέτες, ίσως να μην έχει άλλη διέξοδο, παρά μόνο ως μέρος του τουριστικού προϊόντος.  Στο διαδίκτυο ή στο ράφι ενός delicatessen τα πράγματά είναι σίγουρά πιο απρόσωπα. Και προφανώς μια ωραία συσκευασία δεν αρκεί. Πόσο μάλλον όταν ή τιμή πώλησης στο εξωτερικό είναι  υψηλότερη απ’ αυτή των Ισπανικών (λόγω χαμηλότερου κόστους παραγωγής)  εταιριών που κυριαρχούν στον τομέα αυτό.

Υπάρχουν ήδη αρκετές αξιόλογες, πλην όμως μεμονωμένες, περιπτώσεις ελληνικών ξενοδοχείων, από μεγάλα all inclusive καταλύματα μέχρι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, που έχουν καταφέρει να εντάξουν επιτυχώς το ελληνικό ελαιόλαδο στην εμπειρία του πελάτη τους. Μύλοι που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα εκδρομών των πρακτορείων και τυποποιητήρια-μουσεία  ελαιολάδου που υποδέχονται τουρίστες και τους παρουσιάζουν το προϊόν αυτό ως μέρος την πολιτιστικής κληρονομίας του τόπου, ή και ως διατροφικό θησαυρό. Εστιατόρια που τοποθετούν επώνυμα λάδια πάνω στο τραπέζι… Το εγχώριο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο με τιμή που κυμαίνεται στα 3.0 -3.3  ευρώ το λίτρο φέτος, μόνο απαγορευτικό δεν είναι για τις περισσότερες ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις. Από την άλλη πλευρά, για τον ξένο επισκέπτη είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να απολαύσει ένα προϊόν που στη χώρα του θα το βρει κατά πολύ ακριβότερο.

Είναι πλέον γνωστό ότι ο σύγχρονος επισκέπτης διψάει για τέτοιου είδους εμπειρίες. Στην Ισπανία, μετά τον διαδεδομένο πλέον οινοτουρισμό, έχουν αρχίσει να μιλάνε για τον ελαιοτουρισμό (oleotourism). Μια νέα μορφή τουρισμού, που αναπτύσσεται κυρίως στην Ανδαλουσία και έχει φυσικά στο επίκεντρο το ελαιόλαδο. Συμμετοχή στο μάζεμα της ελιάς, επίσκεψη σε μύλους κι εταιρίες εμφιάλωσης, εστιατόρια με πιάτα που αναδεικνύουν το ελαιόλαδο…

Όλες οι έρευνες συγκλίνουν στο ότι το 35-40% της τουριστικής δαπάνης σε όλους σχεδόν τους προορισμούς καταλήγει στο φαγητό. Είναι λοιπόν σαφές, ότι το ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί να διεκδικήσει ένα μεγαλύτερο μέρος αυτό του ποσοστού. Ίσως φέτος να είναι μια καλή ευκαιρία.

Η ΡΟΔΙΑΚΗ |20.2.2015